Κυριακή, 4 Δεκεμβρίου 2011

Κριτική

«Και εφύτευσε Κύριος ο Θεός παράδεισον εν τη Εδέμ κατά ανατολάς, και έθεσεν εκεί τον άνθρωπον, τον οποίον έπλασε»....
«Και έλαβε Κύριος ο Θεός τον άνθρωπον και έθεσεν αυτόν εν τω παραδείσω της Εδέμ διά να εργάζηται αυτόν και να φυλάττη αυτόν…».
Το απόσπασμα της Γένεσις αποκαλύπτει αξιόπιστα την αυγή της ανθρωπότητας και περιγράφει συγκλονιστικά την προέλευσή της.
Η οικεία γνώση της ιστορίας που αναπαράχθηκε σε πολλές μορφές στους μύθους της Ανατολής και της Δύσης, στάθηκε πηγή έμπνευσης και ένα από τα πλέον προσφιλή καλλιτεχνικά θέματα στις τέχνες και τη λογοτεχνία όλων των εποχών.
Η «Εδέμ» του Κωνσταντίνου Αναστασόπουλου αναπαράγει αρχεγονικά ερωτήματα σχετικά με τη ζωή και την αγάπη, το σκοπό της ύπαρξης και τη λειτουργία των συναισθημάτων, την ανάπτυξη των εννοιών του καλού και του κακού, την ενοχή και την αμαρτία, τη συγχώρεση και τη λύτρωση.
Σε συνδυασμό των τεχνών, ζωγραφικής και γλυπτικής, ο Αναστασόπουλος διαμορφώνει ανθρώπινες φιγούρες και σύμβολα διαχρονικά που αναγάγουν στο προπατορικό αμάρτημα, το αιώνιο ερώτημα, τη δομή του έρωτα, την αναζήτηση της αγάπης.
Με περιγραφική λιτότητα και παραστατική απεικόνιση, εστιάζει στα κεντρικά πρόσωπα και σύμβολα της ιστορίας. Πλακάτες επιφάνειες, επίπεδες και γλυκές καμπύλες φόρμες, που διαχωρίζονται από λιτά μαύρα περιγράμματα ελικοειδούς φοράς, περικλείουν και παραπέμπουν στο σχήμα των υπονοούμενων στοιχείων.
Χρώματα έντονα και βαθιά, σε εκκωφαντικούς συνδυασμούς εκρηκτικών αντιθέσεων, το χρώμα δίνεται ατόφιο, χωρίς αποχρώσεις και ελάχιστες τονικές διαβαθμίσεις.
Γραμμικά μοτίβα, γεωμετρικά και διακο-σμητικά, διανθίζουν την επίπεδη χρωματική τονικότητα κάνοντας ενδιαφέρουσα τη φόρμα και προσδίδοντάς της αναγνωρίσιμα στοιχεία ταυτότητας.
Ρεαλιστικά μοτίβα εμφανίζονται, αιωρούνται και κυριαρχούν στη σύνθεση χωρίς να εφάπτονται σ΄ αυτή, αλλά να τη χρησιμοποιούν για φόντο, όπου εντυπωσιακά απουσιάζει η προοπτική. Τα αντικείμενα αποδίδονται αυτόνομα και στατικά, χωρίς εκφραστική επέμβαση μεταμόρφωσης ή παραποίησης. Με άμεσο και δυναμικό τρόπο, το αντικείμενο γίνεται γνώριμο γιατί η φύση του δεν έχει αλλοιωθεί και δεν έχει κανένα πρόσθετο ετερογενές στοιχείο.
Η ανθρώπινη φιγούρα, γήινη και απόκοσμη ταυτόχρονα, σχεδόν εξωπραγματική, κυριαρχεί συχνά στη σύνθεση. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου έχουν πλήρως εξαλειφθεί, ανήκουν σε κάθε γυναίκα και σε κάθε άντρα και ταυτίζονται με κάθε πρόσωπο σε διαχρονική πορεία. Τα σώματα αποδίδονται γραμμικά και περιγράφονται από την έκταση της χρωματικής φόρμας και την επιπεδότητα των όγκων.
Από καταβολής κόσμου, η αγάπη ταυτίστηκε με το αμάρτημα, το δόλο, την εξαπάτηση, την προδοσία και από αυτή δημιουργήθηκε το ανθρώπινο γένος.
Προφανώς, δεν υπάρχει άδολη αγάπη! Το δέντρο της αμαρτίας, ο καρπός της εξαπά-τησης μας διακατέχουν ως διαχρονικά σύμβολα. Αιώνια ερωτηματικά, σε ένα αέναο παιχνίδι συναισθημάτων και ρόλων θύτη και θύματος. Η ίδια ιστορία, η αγάπη της ζωής μας, η ιστορία που ταιριάζει σε όλους μας, με τους ίδιους ή σε αντίστροφους ρόλους!
Η «Εδέμ» του Αναστασόπουλου διαπραγματεύεται μια ρομαντική θεματολογία αποδοσμένη και δομημένη με μοντέρνο και σύγχρονο τρόπο, αναγνωρίσιμου ρεαλιστικού ύφους, που παράδοξα εκπέμπει δυναμισμό και ζωντάνια. Δεν είναι αγάπη καταραμένη, εξοστρακισμένη ούτε εκδικητική. Είναι έρωτας της νιότης, δοτικός και αυθόρμητος. Έρωτας της εμπιστοσύνης, της απόλυτης παράδοσης, του ενστίκτου και όχι της λογικής. Δεν είναι εξουσιαστικός ούτε κατακτητικός. Υποψια-σμένος της εξαπάτησης αλλά που ξέρει να υπομένει και να συγχωρεί. Αυτό που επιτάσσει το μήνυμα της αγάπης.
«...Η αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται, η αγάπη ού ζηλοί, η αγάπη ού περπερεύεται....πάντα στέγει, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει.Η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει».
(Προς Κορινθίους Α’-13).
Αννίτα Πατσουράκη – Ιστορικός Τέχνης